. . . . . . .
Η επισκεψη
Εκεινο τ' απογεμα ξυπνησα με μιαν εντονη επιθυμια να κατεβω στον Πειραια να επισκεφτω την οικογενεια Κ. Με την οικογενεια αυτη, τα παλια χρονια, ειχαμε πολλες φιλιες. Ομως, οπως συμβαινει συχνα σε τετοιες περιπτωσεις, σιγα-σιγα αραιωσαν οι συναντησεις μας, ωσπου καταντησε στο τελος να μη βλεπομαστε καθολου. Θα 'χαν περασει πεντε-εξι χρονια απο την τελευταια συναντηση μας.
Αυτα σκεφτομουν καθως ξυπνησα εκεινο τ' απογεμα με την τυραννικη, την εντονη κι επιμονη επιθυμια να κατεβω αυτο το ιδιο τ' απογεμα να επισκεφτω τους Κ.
Οταν βγηκα στο δρομο καταλαβα πως κατι ασυνηθιστο μου συνεβαινε. Μι' αφανταστη γαληνη, μι' αλλοκοτη χαρα με ειχε πλημμυρισει. Μ' αυτη τη διαθεση μπηκα στο πρωτο ταξι που βρηκα μπροστα μου και ειπα:
"Στον Πειραια!"
Ηταν ενα συννεφιασμενο απογεμα, ητανε Μαρτης. Απ' τα παραθυρα τ' αυτοκινητου, καθως προχωρουσαμε, κοιταζα τα συννεφα που κι αυτα ειχαν παρει κατι απο τη Χαρη, κατι απο την ελαφραδα που ενιωθα μεσα μου.
Σαν φτασαμε στον Πειραια, τ' αυτοκινητο κατευθυνθηκε στη προκυμαια.
Εκει κατεβηκα μπροστα σ' ενα πελωριο ασπρο πλοιο που σφυριζε κιολας, εβγαζε καπνους κι ηταν πλημμυρισμενο με κοσμο.
Ανεβηκα πανω και ζητησα τον καπετανιο.
"Ενταξει", μου ειπε χαμογελωντας, "φευγετε επιτελους, τα εξοδα σας ειναι κανονισμενα για παντα και για οποιο μερος καθε φορα βρισκοσαστε".
"Φευγετε επιτελους", επανελαβε. Και πραγματικα καθως εριξα μια ματια απ' το παραθυρο της καμπινας, ειχαμε βγει κιολας εξω απο το λιμανι του Πειραια.
Η μικρη ιστορια
Το καφενειο που πινω τον καφε μου
ειναι αδειο
μονο εγω υπαρχω
ετσι το καφενειο ειναι τελειως αδειο
γιατι ουτε εγω υπαρχω.
( του Μιλτου Σαχτουρη, απο τα "Εκτοπλασματα - 1989 )