Δηλωνεται κατηγορηματικα οτι, ολα τα δημοσιευομενα ποιηματα, αποσπασματα ποιηματων η, και στιχοι κ.λπ. λογοτεχνικα κειμενα ειναι απο εντυπες εκδοσεις ευρισκομενες στη κατοχη του διαχειριστη αυτου του ιστολογιου. Σε οποιαδηποτε αλλη περιπτωση, γινεται link κατ' ευθειαν στα ιστολογια στα οποια βρισκονται και οχι αναδημοσιευση τους, ακομη κι αν δεν υπαρχει σχετικο απαγορευτικο σημα.
ΤΟ ΨΩΜΙ Ένα τεράστιο καρβέλι, μιά πελώρια φρατζόλα ζεστό ψωμί είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μα- χαίρι έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγε- λος κι αυτή μ' ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε κομμάτια γνήσιο ο υ ρ α ν ό κι όλοι τώρα τρέχαν σ' αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί, όλοι τρέχανε στο μικρόν άγγελο που μοίραζε ο υ ρ α ν ό Ας μη το κρύβουμε διψάμε για ουρανό! (Μίλτος Σαχτούρης - Από "ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ", έκδ. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ / σ. 38)
Μακριά σ' εν' άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους όπου δεν ανάπνεε κανείς πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους που τους είχαν ξεχάσει έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος μάτωνε τις καρδιές μια γυναίκα γονατισμένη ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν-δυό εν-δυό με παγωμένα δόντια Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι αποκριάτικο γεμάτο μίσος το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα μαχαιρωμένο Μακριά σ' εν' άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ (Από : "ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ", επιμέλεια ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ, Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ - αθήνα Οκτ. 2012 / σ. 35-36)
Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε κι έσβησε ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ' το καντηλέρι έξω ακουγόταν κλάματα και ποδοβολητά Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι έπειτα μπήκε το φεγγάρι αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:
Εκεινο τ' απογεμα ξυπνησα με μιαν εντονη επιθυμια να κατεβω στον Πειραια να επισκεφτω την οικογενεια Κ. Με την οικογενεια αυτη, τα παλια χρονια, ειχαμε πολλες φιλιες. Ομως, οπως συμβαινει συχνα σε τετοιες περιπτωσεις, σιγα-σιγα αραιωσαν οι συναντησεις μας, ωσπου καταντησε στο τελος να μη βλεπομαστε καθολου. Θα 'χαν περασει πεντε-εξι χρονια απο την τελευταια συναντηση μας.
Αυτα σκεφτομουν καθως ξυπνησα εκεινο τ' απογεμα με την τυραννικη, την εντονη κι επιμονη επιθυμια να κατεβω αυτο το ιδιο τ' απογεμα να επισκεφτω τους Κ.
Οταν βγηκα στο δρομο καταλαβα πως κατι ασυνηθιστο μου συνεβαινε. Μι' αφανταστη γαληνη, μι' αλλοκοτη χαρα με ειχε πλημμυρισει. Μ' αυτη τη διαθεση μπηκα στο πρωτο ταξι που βρηκα μπροστα μου και ειπα:
"Στον Πειραια!"
Ηταν ενα συννεφιασμενο απογεμα, ητανε Μαρτης. Απ' τα παραθυρα τ' αυτοκινητου, καθως προχωρουσαμε, κοιταζα τα συννεφα που κι αυτα ειχαν παρει κατι απο τη Χαρη, κατι απο την ελαφραδα που ενιωθα μεσα μου.
Σαν φτασαμε στον Πειραια, τ' αυτοκινητο κατευθυνθηκε στη προκυμαια.
Εκει κατεβηκα μπροστα σ' ενα πελωριο ασπρο πλοιο που σφυριζε κιολας, εβγαζε καπνους κι ηταν πλημμυρισμενο με κοσμο.
Ανεβηκα πανω και ζητησα τον καπετανιο.
"Ενταξει", μου ειπε χαμογελωντας, "φευγετε επιτελους, τα εξοδα σας ειναι κανονισμενα για παντα και για οποιο μερος καθε φορα βρισκοσαστε".
"Φευγετε επιτελους", επανελαβε. Και πραγματικα καθως εριξα μια ματια απ' το παραθυρο της καμπινας, ειχαμε βγει κιολας εξω απο το λιμανι του Πειραια.
Η μικρη ιστορια
Το καφενειο που πινω τον καφε μου
ειναι αδειο
μονο εγω υπαρχω
ετσι το καφενειο ειναι τελειως αδειο
γιατι ουτε εγω υπαρχω.
( του Μιλτου Σαχτουρη, απο τα "Εκτοπλασματα - 1989 )